τιμάορος

τιμάορος
τῑμάορος
1 honouring c. dat.

προξενίᾳ δ ἀρετᾷ τ ἦλθον τιμάορος Ἰσθμίαισι Λαμπρομάχου μίτραις O. 9.84


Lexicon to Pindar. . 2010.

Look at other dictionaries:

  • τιμάορος — τῑμάορος , τιμάορος masc/fem nom sg τιμάωρ masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τιμάορος — ον, Α (δωρ. ασυναίρ. τ.) βλ. τιμωρός …   Dictionary of Greek

  • τιμάορ' — τῑμάορα , τιμάορος neut nom/voc/acc pl τῑμάορε , τιμάορος masc/fem voc sg τιμάορα , τιμάωρ masc acc sg τιμάορι , τιμάωρ masc dat sg τιμάορε , τιμάωρ masc nom/voc/acc dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τιμάορον — τῑμάορον , τιμάορος masc/fem acc sg τῑμάορον , τιμάορος neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τιμωρός — ο, η / τιμωρός, όν, ΝΜΑ, και ασυναίρετος δωρ. τ. τιμάορος και ιων., επικ. τ. τιμήορος, ον και τιμάωρ, ὁ, Α (ως επίθ. και ως ουσ.) 1. αυτός που επιβάλλει τιμωρία σε κάποιον (α. «αυστηρός τιμωρός τών εμπόρων ναρκωτικών» β. «δίκη κακῶν τιμωρός», Σοφ …   Dictionary of Greek

  • τιμαόροις — τῑμαόροις , τιμάορος masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τιμαόρους — τῑμαόρους , τιμάορος masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τιμάορα — τῑμάορα , τιμάορος neut nom/voc/acc pl τιμάωρ masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”